Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Η ώρα του παιδιού ……κάθε ηλικίας!

Εμπρός φαντασία μου τάκατα μπλουμ
Πήγαινέ με μακριά σε χώρες σαν το Ταμτούμ
Ταξίδεψε όλα τα παιδιά στη χώρα του ονείρου
Κάνε να νιώσουνε τη μυρωδιά του μαγεμένου μύρου…

Κι έτσι αρχίζει το γνωστό σε όλους παραμύθι
Που το χορεύουνε μαζί γάιδαρος και ρεβύθι!

Γιατί όμως να τρέχουμε στο Ταμτούμ και τη Χονολουλού και να κουραζόμαστε; Για να μη βάλω τα έξοδα, την άδεια που πρέπει να ζητάμε από τη δουλειά βδομάδες πριν – με το ρίσκο και να μην εγκριθεί, ε; – εκτός του ότι υπάρχουν δουλειές που δεν επιτρέπουν όχι μόνο άδεια ούτε αρρώστια… και χίλια δυο άλλα εμπόδια που προκύπτουν για ένα ταξίδι μακρινό, όπως τα παιδιά. Πού θα αφήσει ένας οικογενειάρχης τα παιδιά για να πάει στη Χονολουλού; Και θα πάρει και το έτερον ήμισυ μαζί; Γιατί λέμε να ξεφύγει ο άνθρωπος, όχι να τσιτωθεί…

Τι δύσκολο που γίνεται ένα ταξίδι στη φαντασία με τόσο έντονη την πραγματικότητα και τα προβλήματά της γύρω μας. Σίγουρα δε λέω κάτι καινούριο. Το ξέρετε, από πρώτο χέρι, πως κάθε φορά που σας πασάρουν όνειρα εσείς πρέπει να τα αγοράσετε έναντι υπέρογκων ποσών και τον υπόλοιπο μήνα, ίσως και τρίμηνο, να τρώτε μακαρόνια και φακές. Παραμυθένιοι κόσμοι ομορφιάς τα τεράστια εμπορικά κέντρα που μετατρέπουν τα κορίτσια (κάθε ηλικίας) σε πριγκιποπούλες και τα αγοράκια (αιώνιους έφηβους) σε βασιλιάδες, μαχητές και πάντα νικητές. Σπα και αφρόλουτρα, μασάζ, ατμοί, καπνοί και φούσκες μας κάνουν να χάσουμε λίγο από την αβάσταχτη βαρύτητα της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε, να χαθούμε, να ονειρευτούμε και σύντομα να προσγειωθούμε στο ταμείο, βαρύτεροι από ποτέ. Πόσο ακριβά γίναν τα όνειρα μετά το μιλένιουμ; Ίσως και λίγο νωρίτερα, όμως η αλλαγή της χιλιετίας είναι καθοριστικό ορόσημο. Τίποτε το ίδιο έκτοτε. Ούτε η δυνατότητα για όνειρα και για μυστικά. Δεν υπάρχουν πλέον μυστικά. Όλα βγαίνουν στη φόρα. Όλα παρακολουθούνται. Κινητά, κάμερες, δορυφόροι, κουτσομπολίστικες εκπομπές, μάτια, στόματα, αυτιά παντού δε μας αφήνουν να ‘χουμε μυστικά. Κι επειδή τα όνειρα συνήθως είναι μυστικά, ίσως για αυτό ξεχάσαμε και να ονειρευόμαστε.

Εγώ όμως έχω ένα μυστικό. Και πριν βρεθεί κάποιος άλλος να το κάνει βούκινο και το διαστρεβλώσει, θα σας το βροντοφωνάξω πρώτη εγώ. Ξέρω μια κοπέλα, που ακόμα πλάθει παραμύθια. Ναι, αλήθεια λέω. Κάθε μέρα σχεδόν σκαρώνει ένα παραμύθι. Πού βρίσκει το κουράγιο, θα αναρωτηθείτε. Και πώς τα φαντάζεται όλα αυτά; Μα δεν είναι δύσκολο. Μια μέρα της ξέφυγε και μου είπε το κολπάκι της. Μου είπε πως ο κόσμος της μοιάζει παραμυθένιος. Κάθε δρόμος της πόλης μας της μοιάζει καλντερίμι από ένα βασίλειο, κάθε οικογένεια στην οικοδομή της φαντάζει σαν τους φτωχούς χωρικούς που δίνουν χαράτσι στο μονάρχη, αυλικούς και παρατρεχάμενους του βασιλιά συναντάει σπάνια, αλλά τους ξεχωρίζει πολύ εύκολα και κάθε ιστορία της πραγματικότητας, με λίγη φαντασία και αρκετή χρυσόσκονη, μετατρέπεται σε παραμύθι, άλλοτε με καλό τέλος, τις περισσότερες φορές με όχι τόσο καλό, αλλά πάντα με την ελπίδα για βελτίωση, μιας και η ζωή συνεχίζεται.

Που λέτε, τα παραμύθια έχουν πολλά θέματα. Φτώχια και πλούτη, αρρώστιες και θαύματα, ομορφιά και ζήλια, αγάπες, έρωτες, επιτυχίες, πόνο, κλάμα, γλέντια, ζωή!!! Νομίζω σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά. Απλά ποτέ δεν τα είδατε μέσα από το δικό της μαγικό πρίσμα.

Την παρακάλεσα λοιπόν, κάθε δεκαπέντε μέρες να μας λέει και ένα παραμύθι δικό της, μια ιστορία της διπλανής πόρτας, της δικής μας πόλης, μήπως μάθουμε κι εμείς να πασαλείβουμε χρυσόσκονη στην κάθε βαρετή μέρα. Και ω!!! τι έκπληξη! Δέχτηκε…

Το όνομα αυτής είναι Μελανί
Και γράφει παραμύθια με μια πένα μαγική


Της Μαρίας Πάσχου