Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Μια μικρή συλλογή

ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ
Σήμερα τα κύματα
έγδερναν την παραλία
ο κόσμος βογκούσε πίσω
απ' τις μάσκες
κι οι Άγιοι κλείδωναν
τις εκκλησίες τους.

Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Σιγά , σιγά τούς λησμονώ
ακόμα και τα τηλεφωνήματα
αραίωσαν
Ας ζήσουν όπως διάλεξαν
κι ας περάσουμε το υπόλοιπο
αναίμακτα
Η χάρη που μας δόθηκε στα νιάτα μας
ξεψύχησε
Σε κάθε βήμα λέοντες μας
σκάβουν το λάκο.

ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ

Νόμιζα πώς μου
είχε δοθεί η χάρη
"Να ο σαλός του Κυρίου"
θα κραύγαζαν
π'ως θα έδινα πνοή σ' ένα
πήλινο πουλί ο τρελός πίστευα.
Τι ματαιοδοξία Θεέ μου
Τι τραγική απογοήτευση.

ΛΑΘΡΟΘΗΡΙΑ

Ποιήματα
Ποιήματα
παντού
πετάνε δεξιά κι αριστερά
κάθονται πάνω στα σύρματα
και πιάνουν κουβέντα με τα πουλιά
κρύβονται σε δέντρα σφαγμένα
Λαθροθήρες ποιητές τα κυνηγούν


Βαγγέλης Πεταλάς

Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Bloksky

Μια υπεροχότητα και ας μην είναι σε κείμενο, διαφωνείτε?


Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

join the resistance fall in love

Δυστυχώς δεν έχει υπότιτλους, αλλά το κείμενο μπορείτε να το δείτε πατώντας εδώ

Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΧΩΡΙΣ ΜΗΤΕΡΑ

Αφιερωμένο στη Μαρία Αρμακόλα

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΧΩΡΙΣ ΜΗΤΕΡΑ


Πένθιμες, βαριές και διαπεραστικές
οι καμπάνες σήμαναν το τέλος.
Βαλτώνεις στης πίκρας σου το έλος
και σ’ εμπειρίες εφιαλτικές.


Γενναία και δυνατή ωσάν ένα λιοντάρι
λαβώθηκες από του πόνου-κυνηγού το αιχμηρό κοντάρι.
Όμως δε θα λυγίσεις
το κεφάλι σου δε θα το σκύψεις.
Μαθήματα αξιοπρέπειας θα παραδώσεις,
κρυψώνα θα ναι η καρδιά της φρίκης που θα νιώσεις.


Πρόσωπο ιερό και λατρεμένο
ανεπανάληπτο και αφοσιωμένο.
Χέρι απαλό
χάδι τρυφερό
άγγιγμα από μετάξι, μητρικό.
Μητέρα την εφώναζες
μάνα και μαμά.
Στη ζωή αυτή σε έφερε,
την ευκαιρία να αναπνέεις σου προσέφερε.
Με αυταπάρνηση να της το ανταποδώσεις έσπευσες
μα... άγριος κι επιθετικός ο εχθρός
αήττητος, φαρμακερός...
ηρωικά στη μάχη έπεσες.


Τα εσωτερικά σου δάκρυα
θα στάξουν στην ψυχή σου
και σαν μια τοξική βροχή
θα κάψουν τη μορφή σου.

Τώρα εκπνέουν πια της αθωότητας τα χρόνια.
Στρώσε τα μαύρα τα σεντόνια...
Της επιβίωσης τον ήχο αφουγκράσου,
ξάπλωσε,
κλείσε τα μάτια σου
και ξεκουράσου.


Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Η κάλτσα

(του Γεώργιου george giz (geogiz.giz@gmail.com)

Ένα ζευγάρι ( και άλλο ένα )

Υπάρχουν μερικά πραγματικά άσχημα, επικίνδυνα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Ένα από αυτά είναι σίγουρα και αυτό της κάλτσας. Όχι τόσο αυτών των ακριβών ζευγαριών, αλλά περισσότερων των άλλων. Των φτηνών, όπως αυτές που συναντάμε στις λαϊκές αγορές.

Είναι κάποια πράγματα όμως που μπορεί να τύχουν και στις δύο αυτές κατηγορίες. Η μοίρα τους έχει κάποια κοινά. Η αναγκαστική συνεργασία που πρέπει να έχουν με τα ταίρια τους, κατά πρώτον. Η αγωνία που νοιώθουν για τον άγνωστο χαρακτήρα του συνεργάτη τους, του συντρόφου τους, μέχρι να τις ενώσει ένα κομμάτι χαρτί στο εργοστάσιο κατασκευής τους και να οδηγηθούν στο σημείο της πώλησης τους. Η συνεργασία τους θα είναι παντοτινή εκτός και αν δεν γνωριστούν παρά για λίγο μόνο. Όπως όταν τις έχει αγοράσει κάποιος κουτσός. Ή αν μετά το πρώτο πλύσιμο, κάποια αδέξια νοικοκυρά χάσει ή μπερδέψει τον συνεργάτη τους, πράγμα που τις ξαναβάζει στην αγωνιώδη περιπέτεια της εξοικείωσης με κάποιο νέο ταίρι.

Μοιράζονται, επίσης και τον φόβο του αγνώστου. Του αγνώστου παπουτσιού. Του αγνώστου ποδιού, απορρυπαντικού ( αν είναι χαϊδεμένες από την μοίρα τους ) και του μπουγαδόσχοινου. Ειδικά του τελευταίου. Τι θέα άραγε να απολαμβάνουν τις λίγες και μοναδικές στιγμές που δεν θα είναι κλεισμένες σε ένα συρτάρι, σε ένα πλυντήριο, σε ένα πόδι.

Μία παλιά καλτσική παροιμία αναφέρει : « Καλύτερα σε σκάφος, να βλέπεις κυματάκια παρά στης πόλης τα στενά να βλέπεις κιλοτάκια ».

Κατά τα άλλα οι ζωές του είναι ολότελα διαφορετικές. Με κάποιες, φυσικά εξαιρέσεις.

Το φτηνό αυτό ζευγάρι κάλτσας την είχε ζήσει την ζωή του. Αν και δεν γνώρισε παραπάνω από ένα ζευγάρι παπούτσια, είχε μία περίεργη τύχη που το είχε φέρει σε μοναδικές επαφές με άλλες, κάλτσες. Κάλτσες γυναικείες, πεντακάθαρες και καθόλου πολυδουλεμένες. Που δεν μύριζαν ανθρωπίλα και δεν είχαν ανάγκη να δημιουργήσουν κάποια τρύπα για να ανασάνουν καλύτερα.

Ένα βράδυ όμως, ένα περίεργο βράδυ, σε ένα ξένο σπίτι, που πάτησε με όλη του την άπλα ένα καλογυαλισμένο παρκέ, που φωτιζόταν από το φως μερικών κεριών, θα άλλαζε η μονόχνοτη ζωή του. Είδε από μακριά ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια, αλλά δεν φόραγαν κάλτσες. Φόραγαν κάτι άγνωστο που απλά, θαρρείς, χάιδευε τα πόδια, τα αγκάλιαζε και τα φίλαγε αφήνοντας πάνω τους μια πούδρα πιο ελαφριά από την σκόνη που αφήνουν τα φτερά της πεταλούδας. Ένα υπέροχο γαλλικό άρωμα. Ήταν ένα ακριβό ζευγάρι καλσόν…

Ο ιδιοκτήτης του φτηνού ζευγαριού ντράπηκε, αλλά λιγότερο από ότι ντράπηκε το ίδιο το ζευγάρι, και τις λίγες στιγμές που το καλσόν πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο έβγαλε τις κάλτσες του, βιαστικά, τις έκανε ένα, βάζοντας την μία μέσα στην άλλη, άνοιξε το παράθυρο και χωρίς να τις ευχαριστήσει για την εκπλήρωση του γεμάτου κινδύνους, καθήκοντος τους, τις πέταξε με τρόπο αεριωθούμενο κάτω από το μπαλκόνι. Κάποια λουλούδια αντάλλαξαν κάποιες φιλοσοφικές κουβέντες, και παρέμειναν να αγναντεύουν τα άστρα, μέσα από τις γλάστρες τους.

Το ανδρικό ζευγάρι των ποδιών τα έχασαν. Στεναχωρήθηκαν λίγο, όχι γιατί οι φτηνές κάλτσες θα έμεναν άνεργες, αλλά επειδή κρύωναν. Τότε, με μία ταχυδακτυλουργικά αστραπιαία κίνηση το χέρι του προσωρινά άκαλτσου, άνοιξε ένα συρτάρι και βούτηξε ένα ολοκάθαρο ζευγάρι. Ένα μαύρο, περήφανο και δυναμικό ζευγάρι που αν μπορούσε θα διαμαρτυρόταν εντονότατα για αυτή την νέα του αποστολή, κατωτέρας, φυσικά, των δυνατοτήτων του. Αλλά δεν είπε τίποτα. Παρέμεινε για λίγο μέσα σε αυτή την νέα του θέση και δεν έβλεπε τι θα μπορούσε να το βγάλει από αυτή την άβολη κατάσταση. Το έβγαλε όμως ο ίδιος ο νέος ιδιοκτήτης. Αυτός ο άρπαγας που χρειάστηκε μόνο δύο ποτήρια σαμπάνιας και μερικούς ψιθύρους σε ένα γυναικείο αυτί, για να βγάλει τις κάλτσες του και ένα μεταξωτό καλσόν.

Βρέθηκε τότε για κάποιες στιγμές, κάτω στο πάτωμα, μαζί με το καλσόν. Αντάλλαξαν δύο ματιές, γεμάτες κατανόηση, μιας και ήταν φτιαγμένα και τα δύο ζευγάρια για να προσφέρουν απόλαυση σε όσους ξέρουν.

- Θα φύγω, είπε το ανδρικό ζευγάρι.

- Που θα πας, ρώτησε με ειλικρινή στεναχώρια, το καλσόν

- Μου έχουν πει στο μπουγαδόσχοινο τι παθαίνουν όσες κάλτσες καταλήγουν με τέτοια πόδια.

- Τι, πες μου, θέλω να ξέρω το ρώτησε

- Γίνονται αλκοολικοί με τον ανθρώπινο ιδρώτα. Αυτή θα είναι η μοίρα μου.

Αυτά της είπε αλλά δεν πρόλαβε τίποτα άλλο γιατί ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα και το μαύρο, περήφανο ζευγάρι αρπάχτηκε, χώθηκε σε μία χούφτα και κατέληξε να περιμένει να ξημερώσει η επόμενη ημέρα πάνω σε μία απλή καρέκλα όπου βρέθηκε μετά από λίγη ώρα άγνωστης διαδρομής.

Οι ώρες κύλησαν αργά και βασανιστικά για το άτυχο ζευγάρι. Οι βραδινές του συζητήσεις με τους ομότιμους του, στο συρτάρι που ζούσε μέχρι πριν από λίγες ώρες, έμοιαζαν ήδη τόσο μακρινές σαν να μην είχαν γίνει ποτέ. Πεταμένο πάνω στην καρέκλα, δίπλα από τον απαγωγέα του που κοιμόταν με την τηλεόραση ανοιχτή, σκεφτόταν το μέλλον με τρόπο περήφανο και αξιοπρεπές. Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα παράπονο. Μόνο λίγο πονοκέφαλο ένοιωσε από την τηλεόραση που βομβάρδιζε όλη την νύχτα το δωμάτιο με φωτεινές, αποχαυνωτικές διαφημιστικές υποσχέσεις.

Το πρωί ξεκίνησε την νέα του ζωή γεμάτο ντροπή. Θα υπηρετούσε δεύτερη συνεχόμενη ημέρα ! Χωρίς να έχει πάρει την απαραίτητη, για την τάξη του, περιποίηση καθαρισμού. Και τι ειρωνία ! Η ίδια απουσία καθαρισμού ήταν ολοφάνερη και στα πόδια. Το μόνο που έκανε ο τρισάθλιος αυτός νέος ιδιοκτήτης ήταν να το τινάξει βίαια πάνω στην ράχη της καρέκλας για να φύγει από μέσα του ένα συννεφάκι σκόνης.

Αμέσως ξανασυνάντησε το ίδιο ζευγάρι παπούτσια. Τώρα που υπήρχε το φως της ημέρας πρόσεξε και την τρύπα που υπήρχε στο δεξί παπούτσι, χαμηλά, δίπλα στο φαγωμένο τακούνι. Ήταν η πρώτη του φορά που αντί να εκτελέσει τα καθήκοντα του σωστά, αγκαλιάζοντας με τον προβλεπόμενο τρόπο τα πόδια, αρκέστηκε απλά να λειτουργήσει ως ένα απλό εμπόδιο ανάμεσα στα πόδια και τα παπούτσια.

Ύστερα είδε την πόρτα, το ασανσέρ και το δρόμο. Με τα δόντια του σφιγμένα από την δυσάρεστη μυρωδιά και με το άγχος μιας τυχαίας συνάντησης του με άλλα ζευγάρια της ίδιας κάστας του, παρατηρούσε μέσα από τον εξαερισμό του δεξιού παπουτσιού την πορεία του απαγωγέα του. Ο προορισμός του φάνηκε γνωστός. Δεν ήταν όμως σίγουρο. Όταν όμως τα παπούτσια βγήκαν, τότε ένοιωσε μία μεγάλη συγκίνηση. Βρισκόταν στο μέρος όπου τοποθετήθηκε για πρώτη φορά μετά την γέννηση του στο εργοστάσιο. Ήταν στο κατάστημα υποδημάτων το οποίο βρισκόταν και ακριβώς δίπλα από το σπίτι όπου ζούσε μέχρι χθες το βράδυ. Τόσο κοντά από το αγαπημένο του συρτάρι, τις παλιές του παρέες και όμως τόσο απίθανα μακριά.

Δεν πρόλαβε να δει κάτι άλλο γιατί μπήκε σε ένα ολοκαίνουργιο, αν και κάπως στενό ζευγάρι παπούτσια. Η αίσθηση αυτή του καινούργιου, της λατρεμένης μυρωδιάς από αρκετά καλό, είναι η αλήθεια, δέρμα, του αναπτέρωσε για λίγο το ηθικό. Για λίγες στιγμές αγκάλιασε, ακόμη, και αυτό το άπλυτο πόδι. Το αίσθημα αυτό που του έδινε η εκπλήρωση του προορισμού του, κράτησε λίγο. Όσο χρειάστηκε ο απαγωγέας του να καταλάβει πως τον στενεύουν αυτά τα παπούτσια.

Μέχρι να του φέρουν να δοκιμάσει κάτι άλλο, έγινε αυτό που ακόμη και σήμερα διηγούνται οι πιο φτωχικές κάλτσες στα μπουγαδόσχοινα και γαριάζουν από τα γέλια.

Άνοιξε η πόρτα του καταστήματος και μπήκε ένας κύριος. Το βλέμμα του έπεσε πρώτα στο άνθρωπο που περίμενε να δοκιμάσει παπούτσια και μετά, στο ζευγάρι αυτό.

- Αυτές τις κάλτσες τις ξέρω, σκέφτηκε. Βέβαια. Έχουν και το κεντημένο μου μονόγραμμα.

Και τότε ρώτησε τον καθισμένο :

- Το όνομα σας αρχίζει από Γ ;

- Όχι, κύριε. Με λένε Δημήτρη.

- Κεριά και λιβάνια ρε, που δεν φτάνει που πήγες με την γυναίκα μου, μου έκλεψες και τις κάλτσες. Τώρα θα δεις, του λέει και αρπάζει μία ομπρέλα που αλλιώς φανταζόταν πως θα ξεκινούσε η καριέρα της και αλλιώς ξεκίνησε.

- Θα σου σπάσω το κεφάλι, ρεεεε! Και άρχισε να τον κυνηγά.

Οι κάλτσες παρακάλαγαν να τις προφτάσει ο κύριος τους αλλά ο απαγωγέας τους ήταν πολύ νεώτερος. Πάτησαν πρώτη τους φορά την βρωμερή άσφαλτο. Πάτησαν τσίχλες, νερά, κάτι άλλο από σκύλο.

Στην γωνία, δίπλα στα σκουπίδια , ο αέρας και κάτι παιδιά που το κλώτσησαν για πλάκα, ήταν ένα παλιό, φτηνό και τρύπιο ζευγάρι κάλτσες. Ήταν οι παλιές του φτερωτού εραστή και γέλαγαν με την καρδιά τους. Αυτές,τουλάχιστον, δεν είχαν πατήσει ποτέ γυμνές πάνω στην βρωμερή άσφαλτο.
Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Κάθε κορίτσι = κοκκινοσκουφίτσα ?

Η Κοκκινοσκουφίτσα επέστρεφε από το σπίτι της γιαγιάς της που ήταν μέσα στο δάσος για μια ακόμα φορά απογοητευμένη. Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά της και όσο τρομακτικό και αν φαινόταν το δάσος στα άλλα παιδιά της ηλικίας της αυτή όχι μόνο δε το φοβόταν αλλά το απολάμβανε και διάλεγε κάθε φορά άλλη διαδρομή για να φτάσει στο σπίτι με τις τριανταφυλλιές, το άρωμα των οποίων της έφερνε στο μυαλό το πρόσωπο της γιαγιάς της.
Η απογοήτευσή της οφειλόταν ότι για μια ακόμα φορά δεν είχε συναντήσει αυτόν τον περιβόητο κακό λύκο που είχε φάει όλες τις γιαγιάδες όλων των κοριτσιών.
Αισθανόταν άσχημα στην ιδέα ότι επιθυμούσε να τον συναντήσει. Αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να φάει και τη δική της γιαγιά!!!
Δεν είναι δυνατό να ήθελε να χάσει τη αγαπημένη της γιαγιούλα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τη περιέργειά της ή για να μην αισθάνεται ότι είναι η μοναδική που δεν έχει συναντήσει τον Λύκο τον Κακό! Γιατί όμως επιθυμούσε να τον γνωρίσει ενώ ήξερε το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει?
Με αυτές τις σκέψεις είχε φτάσει στο τέλος του δάσους και διέσχιζε ένα λιβάδι που τα χόρτα έφταναν μέχρι τη μέση της. Περπατούσε πιο αργά τώρα νιώθωντας τον ήλιο στους ώμους της και τις κορυφές των σταχυών να τη γαργαλάνε ανάμεσα στα πόδια μέχρι ψηλά μια που δε φορούσε εσώρουχο κάτω από τη κοντή φούστα της. Ποτέ δε φορούσε εσώρουχο όταν πήγαινε το καλάθι με το φαγητό στη γιαγιά της. Μόνο εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι πριν την εμφάνιση του Κακού Λύκου φορούσε συνέχεια και όπου πήγαινε βρακάκι.
-Όχι, Κοκκινοσκουφίτσα, είπε στον εαυτό της, επειδή ήρθε το καλοκαίρι και θέλεις να κινείσαι άνετα στο δάσος το αφήνεις στο σπίτι. Της φάνηκε αρκετά πειστική αυτή η δικαιολογία και προτού χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας προτίμησε να γυρίσει αλλού τις σκέψεις της.
Δέκα μέτρα παρακάτω συνάντησε μια παρέα κουνελιών. Επειδή αγαπούσε όλα τα ζώα πάντα κουβαλούσε σπόρους, μαρουλόφυλλα και καρότα στις τσέπες της και όποιο συναντούσε το τάϊζε και προσπαθούσε να γίνει φίλη με όλα. Τα κουνέλια χτυπημένα από τη ζέστη ήταν μισοκοιμισμένα αλλά όταν την πρόσεξαν αυτή ήταν ήδη σκυμμένη από πάνω τους με τα καρότα στο χέρι.
Έντρομα την κοίταζαν με τα μάτια τους να έχουν πεταχτεί σχεδόν έξω, το στοματάκι τους να τρέμει προσπαθώντας να ψελλίσουν λόγια ικεσίας και σταγονίτσες να κυλάνε από τα μάτια τους
- Σε παρακαλούμε, σε παρακαλούμε, έλεος, λυπήσου μας!
Η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήξερε τι να κάνει. Αυτήν φοβόντουσαν τόσο πολύ? Τα καρότα ?
-¨Οχι, όχι, προσπάθησε να τα καθησυχάσει, μη με φοβάστε. Κοιτάξτε τα χέρια μου, καρότα για εσάς έχω.
- Γιατί μας δίνεις καρότα? Μήπως θέλεις και εσύ να μας ξεγελάσεις?
-Γιατί να σας ξεγελάσω? Δε με θυμάστε? Δεν ήμουν πάντα καλή μαζί σας?
-Ναι, ήσουν καλή. ¨Ολες ήσασταν καλές μαζί μας. Αλλά γιατί αρχίσατε να μας πνίγετε?
-Ποιος σας έπνιξε? ρώτησε το ίδιο φοβισμένη με τα κουνέλια και η Κοκκινοσκουφίτσα
-Όλες οι φίλες σου. Όλα τα κορίτσια.
-Πότε συνέβη αυτό?
-Από την αρχή του καλοκαιριού. Πρώτη ξεκίνησε η Ελενίτσα του φούρναρη, μετά η Παγώνα του Κυρ Μηνά και ακολούθησαν και άλλες. Χθές ήταν η χειρότερη μέρα. Ομάδες κοριτσιών ξεχύθηκαν στους κάμπους και μας ξετρύπωναν από τις φωλιές μας. Πάνω από σαράντα φίλοι και συγγενείς μας πνίγηκαν. Τι πάθατε ξαφνικά?
Η φίλη μας δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τα κουνέλια άρπαξαν τα καρότα από τα χέρια της και εξαφανίστηκαν. Απέμεινε μόνη.
Ξεκίνησε να πάρει το δρόμο για το χωριό, για το σπίτι της. Όταν θα έφτανε θα πήγαινε σε κάθε ένα από τα σπίτια των κοριτσσιών που γνώριζε και θα τις ρωτούσε, θα τις ανέκρινε, θα τις ζητούσε εξηγήσεις. Ήταν πολύ θυμωμένη.
Τι τους συνέβαινε? Πολύ περίεργο ήταν αυτό το καλοκαίρι.......Πολλά παράξενα πράγματα έβλεπε γύρω της. Πολύ πιο παράξενα από τους γάτους με τα παπούτσια που είχαν εμφανιστεί πριν μια εβδομάδα στη πλατεία......
___________________________________________________________________________________________

Καθόταν στη βεράντα και μετρούσε και ξαναμετρούσε τα αστέρια αφού δε νύσταζε καθόλου. Γρήγορα βαρέθηκε μια που υπήρχαν όλο κι όλο δέκα αστέρια στον ουρανό. Δεν είχε μάθει τίποτα καινούριο από τα κορίτσια. Ολες είχαν παραξενευτεί με τη δικιά της επιμονή να τις μαλώνει επειδή κυνηγούσαν κουνέλια.
Όλα τα κορίτσια το θεωρούσαν πολύ φυσιολογικό το να πνίγουν κουνέλια.
Μα πως μπορούσαν να κάνουν τέτοιες βαρβαρότητες και χωρίς να νιώθουν καθόλου τύψεις? Δε τα λυπόντουσαν?
Μέσα στην ησυχία της νύχτας ένας θόρυβος ακούστηκε. Σήκωσε το κεφάλι της και αφουγκράστηκε. Ξανά ο ίδιος θόρυβος. Σα να σέρνονταν κάτι. Το φεγγάρι ήταν γενναιόδωρο σήμερα και έτσι είχε αρκετό φως ανάμεσα στις σκιές και είδε τα χόρτα να κινούνται εκεί που ήταν και η πηγή του σούρσιμου.
Προχώρησε με γρήγορα αλλά αθόρυβα βήματα προς τα εκεί και αντίκρυσε έναν δεμένο και φιμωμένο λύκο να τον τραβάνε δύο ομάδες κουνελιών. Κάποια από αυτά ήταν τα ίδια που είχε συναντήσει εκείνο το μεσημέρι και τα οποία έκαναν σήμα στα άλλα που είχαν τρομάξει στη θέα της να ηρεμήσουν. Δε κινδύνευαν από αυτή τη κοπέλα.
-Τι κάνετε με το λύκο? τα ρώτησε
-Σσσσ κάνε ησυχία,βοήθησέ μας να τον πάμε στη σπηλιά και θα σου εξηγήσουμε.
Η σπηλιά δεν ήταν μακρυά και όταν έφτασαν έκατσαν όλοι οκλαδόν με το λύκο ακουμπησμένο στον έναν τοίχο και στη μέση της σπηλιάς οι υπόλοιποι.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έριχνε ματιές στο Λύκο προσπαθώντας να καταλάβει αν ήταν Κακός, αν ήταν αυτός για τον οποίο μιλούσαν όλες και τον φοβόντουσαν. Αν και δεν της φαινόταν και τόσο τρομερός, το αντίθετο μάλιστα. Καλούλης.
-Μη σε ξεγελάει, διέκοψε τις σκέψεις της ένα κουνέλι. Αυτός φταίει για το κακό που μας έχει βρει.
-Ήξερα ότι οι λύκοι τρώνε κουνέλια, του απάντησε η φίλη μας, αλλά γιατί να φταίει για τη μανία των κοριτσιών να σας εξοντώνουν?
-Δε μας εξοντώνουν, μας πνίγουν, τη διόρθωσε ένας άλλος κούνελος. Έχει διαφορά. Ξέρουμε τους εχθρούς μας που μας κυνηγάνε για να μας φάνε. Το δεχόμαστε και προσέχουμε. Οι φίλες σου όμως δε μας τρώνε. Μας πνίγουν και μας πετάνε μετά. Δε το κάνουν για να ζήσουν. Το ευχαριστιούνται! Μας σκοτώνουν απλά και μόνο για την ευχαρίστησή τους. Τι σόϊ άνθρωποι είσται όταν απολαμβάνετε το φόνο? Το ένα ζώο τρώει το άλλο, έτσι μας είπε η μαμά φύση. ¨οταν όμως συμβαίνει αυτό, δεν είναι έργο της Μητέρας αλλά κάποιου άλλου. Και αυτός ο άλλος είναι εκεί πέρα
-Ο λύκος? Αυτός που σας τρώει? Γιατί να θέλει να σας πνίγουν?
-Δεν είπαμε ότι θέλει να μας πνίγουν. Αυτός φταίει που τα κορίτσια μας πνίγουν επειδή αυτός έχει φάει τις γιαγιάδες τους.
Η Κοκκινοσκουφίτσα δε καταλάβαινε τίποτα.
Τα κουνέλια είδαν την απορία στην έκφρασή της.
-Κοίτα ούτε και εμείς ξέρουμε τι τις κάνει και τις ποτίζει με τέτοιο μίσος, αλλά επειδή τριγυρνάμε σε όλη τη περιοχή το συζητήσαμε μεταξύ μας, όσοι έχουμε μείνει , και καταλήξαμε ότι η γενοκτονία μας άρχισε την επόμενη μέρα που αυτός ο συγκεκριμένος λύκος έφαγε τη πρώτη του γιαγιά
¨ενα μουγκρητό διαμαρτυρίας ακούστηκε από τον αιχμάλωτο. ¨ηθελε κάτι να πει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε και του έβγαλε το μαντήλι από το στόμα
-Αυτό είναι ψέμα, διαμαρτυρήθηκε ο λύκος. Ούτε έχω φάει τις γιαγιάδες, ούτε φταίω εγώ που σας σκοτώνουν.
-Και τότε που είναι οι γιαγιάδες? Και γιατί αλλάζουν τα κορίτσια όταν σε βλέπουν?
-Δώστε μου λίγο νερό και θα σας τα πω όλα. Και αν δε με πιστέψετε και με σκοτώσετε, το κρίμα θα είναι στο λαιμό σας.
Ήπιε μια κανάτα νερό, κοίταξε τη φίλη μας και τα κουνέλια, έβηξε και είπε:
-Καταρχήν δεν έχω πάει σε καμία γιαγιά. Αυτές με καλούνε και μόνο τότε πηγαίνω. Δεύτερον δεν τις τρώω. Από μόνες τους πάλι αποφασίζουν να φύγουν. Εϊναι όλες συγκεντρωμένες στο Γιαγιοχώρι. Μη σπάτε το μυαλό σας να θυμηθείτε που είναι. Μόνο όταν είσαι γιαγιά μαθαίνεις που είναι και σου επιτρέπουν να μπεις αλλά όχι και να βγεις.
Οι γιαγιάδες, λοιπόν, όποτε αποφασίσουν, με φωνάζουν, μου δίνουν τα ρούχα τους και μου αναθέτουν να μιλήσω στις εγγονές τους για όλα αυτά που τους είχε πει ένας άλλος λύκος όταν ήταν και αυτές μικρές. Πρέπει να φαίνεται ότι τις τρώω για να είμαι ο Κακός της ιστορίας, να παίρνω κατά κάποιον τρόπο εγώ τις αμαρτίες τους. Μια γιαγιά δε μπορεί, δεν επιτρέπεται να χαλάσει την εικόνα της στα μάτια της εγγονούλας. πρέπει να φαίνεται πάντα η καλή, έτσι όπως την έχει φανταστεί.
Εγώ λοιπόν όταν φέρνει η κάθε μικρή το καλάθι της και με αντικρίζει λέω πάντα την ίδια ιστορία. Για το πως, από εδώ και πέρα που θα είναι μόνες στο κόσμο, θα πρέπει να μάθουν να αγαπάνε όλα τα πλάσματα, να μοιράζονται μαζί τους τις χαρές και τις λύπες, να τα βοηθάνε, να τα προσέχουν, να τα φροντίζουν. Και ότι μόνο έτσι θα καταφέρουν το ίδιοα να αγαπάνε και να φροντίζουν τον εαυτό τους και μόνο έτσι και οι άλλοι θα τους φέρονται το ίδιο. Τα πιο πολλά κορίτσια είναι όμως χαζά και δε προσέχουν τι τους λέω παρά μόνο το μυαλό τους τρέχει στο να με ρωτάνε γιατί έχω τόσο μεγάλα αυτιά, τόσο μεγάλο στόμα, τόσο μεγάλα δόντια και γενικώς ρωτάνε για ό,τι βρίσκουν μεγάλο πάνω μου. Εγώ τους εξηγώ για τον κύκλο της ζωής, για το πως τρέφονται όλοι, για το πόσο αγαπάω τα κουνέλια που είναι, είσται η βασική μου τροφή και αυτές επειδή έχουν το μυαλό τους δε ξέρω και εγώ που, νομίζουν ότι η αγάπη μου για τα κουνέλια πως είναι μίσος, επειδή για να σας φάω πρέπει να σας σκοτώσω πρώτα. Και από όλα αυτά που ακούνε αρχίζουν αντί να θαυμάζουν ακριβώς αυτά που τους αναφέρω να θαυμάζουν εμένα! Μέγα λάθος. Αυτό με τη σειρά του τις οδηγεί να θέλουν να με μιμηθούν και διαλέγουν τον χειρότερο τρόπο, σκοτώνοντάς εσάς! Πως μπορώ να φταίω αν αυτές δε καταλαβαίνουν? Τι ευθύνη έχω εγώ αν δε βλέπουν ότι και εγώ ανήκω σε αυτόν τον κύκλο της ζωής που ανήκετε και εσείς?
Τα κουνέλια δεν έδειξαν να πολυνοιάζονται για τις εξηγήσεις του. Αυτά ήθελαν να λύσουν το δικό τους πρόβλημα. Αντιθέτως η Κοκκινοσκουφίτσα ήθελε να ρωτήσει και άλλα τον λύκο.
-Δηλαδή Λύκε, θέλεις να πεις ότι δεν είσαι κακός?
- Μα στα μάτια σας πρέπει να είμαι κακός. Ούτε εσύ καταλαβαίνεις? ΠΡΕΠΕΙ να είμαι κακός! Και η Γιαγιά ΠΡΕΠΕΙ να είναι η καλή.
-Σε εμένα όμως δεν εμφανίστηκες. Γιατί δε σε κάλεσε η γιαγιά μου?
-Εσύ ποια είσαι?
-Η Κοκκινοσκουφίτσα
-Α,έκανε με έκπληξη ο Λύκος. Δε με κάλεσε επειδή σε προορίζει για Λύκο




Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη...και έτσι, από τότε η ηρωϊδα μας αναρωτιέται και ζητάει διευκρινήσεις, ενώ είναι και Λύκος, Κακός ενίοτε αλλά είναι και εγγονούλα με το σπόρο μιας γιαγιάς μέσα της να περιμένει να φυτρώσει και αναλόγως την απόσταση και τον τρόπο που την κοιτάζει ο καθένας και τι θέλει να δει , γίνεται πότε ορατή και πότε αόρατη, αρκει να πατήσεις τα κατάλληλα κουμπια της ή τα ερεθίσεις...κουμπιά που ο καθένας συνήθως αγνοεί ή ελάχιστα αντιλαμβάνεται ότι κατέχει, πόσο μάλλον πως λειτουργούν.... Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Δέκα


Δέκα φεγγάρια σου ζωγράφισα στον τοίχο...
Τα 'ντυσα με μετάξι και τα βούτηξα
στη χρυσόσκονη που σου 'κλεβα τα βράδια.
Έβαψα κόκκινα τα χείλη τους
και άφησα τον αέρα να ποτίσει
γιασεμί και δυόσμο τον δικό τους ουρανό.
Κρεμάστηκα από την άκρη του
και τον κατέβασα στα μάγουλά σου.
Δροσιά της νύχτας,
ωδές ψιθύρων μαγεμένων
κι έρωτα χρώματα
που μπολιάζουν τις αναμνήσεις σου...
Νότες με άχνη και κανέλα...
Για ένα βράδυ που αγόρασα,
στην αγορά του κόσμου σου
και άφησα, δεμένο, στο μπαλκόνι σου...

Κωνσταντίνος Π.
Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Volver

Αμέλεια, σπατάλη χρόνου σε πράγματα που αποδείχτηκαν κατώτερα των προσδοκιών αλλά επιστροφή σε (ένα ακόμα) όνειρο απτό και όπως πρέπει να είναι, δύσκολο. Με καλωσορίζω και σας ευχαριστώ για τη στήριξη αν και νιώθω ότι κάπου σας απογοήτευσα για αυτό, πάντα με τη βοήθεια-συνεισφορά σας θα προσπαθήσω να αφαιρέσω το πρόθεμα "απο" για να με΄΄ινει το γοήτευσα. Α, ευθύνη για τη κατάσταση αυτού του μπλογκ από σήμερα θα έχετε και εσείς...

Φιλικά
Χάρης Σγουραμάλης
Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Ένα μικρό βήμα για την λογοτεχνία, ένα μεγάλο βήμα για τους αρχάριους


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ!!!


Η αρχική ιδέα είναι απλή.

Το επίκεντρο, η επιθυμία του καθένα από εμάς να "παρουσιασθεί" μέσα από την θέληση, επιθυμία, ικανότητα, δεξιοτεχνία του γραπτού λόγου Κάθε μορφής και περιεχομένου. Ανοιχτό σε κριτικές, επιθυμητές θα έλεγα.

Η ιστοσελίδα απευθύνεται σε όλους όσους, έστω και ελάχιστα, πιστεύουν ότι το οποιοδήποτε δημιούργημά τους απευθύνεται σε περισσότερους από έναν ανθρώπους, ή αναζητούν αναγνώριση, πλούτη και δόξα.
Όλα είναι θέμα ματαιοδοξίας, άλλωστε. Δεν θα εξετάσουμε τους λόγους αλλά μας ενδιαφέρει μόνο να υπάρχει η σκηνή όπου θα μπορούμε να την παρουσιάσουμε, να την τιμήσουμε δημιουργικά.
Δεν υπάρχουν όροι συμμετοχής. Όλοι είναι καλοδεχούμενοι να παρουσιάσουν ολόκληρο ή τμήμα του έργου τους. Να επισημάνω ότι τα θέματα κατοχύρωσης της πνευματικής ιδιοκτησίας τα αναλαμβάνει ο αποστολέας. Το χρονικό διάστημα που θα εμφανίζεται το κείμενό σας, το επιλέγετε εσείς.
Την επιμέλεια ( ορθογραφία, συντακτικό κλπ) των κειμένων επίσης. Δεν θα γίνεται καμία επέμβαση στο υλικό σας.
Ελπίζω να είμαστε καλά για να εκδοσουμε και αντίστοιχη freepress εφημερίδα, κάτι που είναι στα άμεσα σχέδιά μας
Φιλικό καλωσόρισμα
Χάρης

Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΤΑΠΕΙΝΩΣΗ


Ανήμερα των Θεοφανείων ετοιμαζόσουν για εθιμοτυπική επίσκεψη. Έπιασες το ξυραφάκι για να φτιάξεις λείο προσωπάκι, ιδανικό για φίλημα. Κοιταζόσουν στον καθρέφτη και καμάρωνες ενώ ταυτόχρονα άκουγες τον αγαπημένο σου σταθμό στο ραδιόφωνο. Άνοιξες τη βρύση, ξέπλυνες το ξυράφι απ’τη σαπουνάδα, το ξανακούμπησες πάνω στο δέρμα σου και με μια κίνηση το έγδαρες από τη φαβορίτα προς το πηγούνι. Σε περίμεναν στου φίλου σου του Φώτη, η γυναίκα του, μια καταπληκτική μαγείρισσα, θα είχε συνθέσει ένα σωρό νοστιμιές με μοσχαράκι και ζυμαρικά αλλά και με πίτες των οποίων το φύλλο άνοιγε η ίδια με περισσή αγάπη για τον άντρα της και τα κοντινά τους πρόσωπα. Κόκκινο κρασί θα συνόδευε το γιορτινό τραπέζι και γλυκά από σοκολάτα και σιρόπι θα ολοκλήρωναν τα κεράσματα της βραδιάς. Σου άρεσαν όλα αυτά, τα εκτιμούσες γιατί σου χανε λείψει. Το έντερό σου είχε απηυδίσει από τις πίτσες και το πρόχειρο φαγητό.
Φορούσες μόνο το φανελάκι σου, το άσπρο βαμβακερό σου φανελάκι για να μη βρέξεις το ροζ σινιέ πουκάμισο που χες επιλέξει για την περίσταση. Καλοσιδερωμένο σε περίμενε με επισημότητα μέσα στην ντουλάπα. Αγκάλιαζε τρυφερά την κρεμάστρα ενώ από κάτω του έστεκε διπλωμένο στα δύο και μόλις παραδομένο και περιποιημένο απ’ το καθαριστήριο το μαύρο σου παντελόνι το οποίο επίσης τιμούσες μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις. 
Κόσμος πολύς θα γέμιζε το σαλόνι του Φώτη, πηγαδάκια και παρέες θα βουίζαν σα μελίσσι καθώς οι ομιλίες και οι συζητήσεις τους θα αναμειγνύονταν. Κάπου εκεί θα κόλλαγες κι εσύ, να μιλήσεις, να γελάσεις, να ευχηθείς. Οι πιο πολλοί θα ήτανε γνωστοί σου, κάποιους άλλους θα τους συναντούσες πρώτη φορά. Ιδιαίτερα κοινωνικός χαρακτήρας, δε θα δυσκολευόσουν να κάνεις νέες γνωριμίες ακόμα και να δημιουργήσεις καινούργιες φιλίες. 
Το ξύρισμα είχε σχεδόν τελειώσει. Μόνο δυο-τρεις λεπτομέρειες υπολείπονταν. Έπιασες να τις φροντίσεις και τότε το μυαλό σου έτρεξε σε κεινη. Το χέρι σου σταμάτησε, πάγωσε. Το ξυράφι διείσδυσε στο κρέας σου. Έπαιζε το τραγούδι που σου τη θύμιζε. Η καρδιά σου άρχισε να χτυπάει γρήγορα και δυνατά. Ανέπνεες πιο βαθειά και πιο δύσκολα. Τα μάτια σου είχαν καρφωθεί στο θαμπό γυαλί του καθρέφτη. Ένιωθες ένα τσίμπημα που πλέον κρατούσες μόνο για τον εαυτό σου. Δεν το εξωτερίκευες, δεν το εκδήλωνες πια σε κανένα.
Το αίμα έσταξε κατακόκκινο και άπλωσε στο νιπτήρα. Κράτησες με το δάχτυλό σου το πληγωμένο σημείο, ενώ με το άλλο χέρι άνοιξες το ντουλαπάκι κι έψαξες για τσιρότο. Το απολύμανες πρώτα με οινόπνευμα. Έτσουζε. Μέχρι όμως να έφτανες στο φιλικό σου σπίτι, θα χε επουλωθεί. Αυτές οι πληγές κλείνουν εύκολα.
Κοίταξες το ρολόι, είχε πάει εννιά. Έπρεπε να βιαστείς γιατί προβλεπόταν κοσμοσυρροή στους δρόμους της Αθήνας. Ντύθηκες, πασάλειψες τα μαλλιά σου με τζελ και ψέκασες το λαιμό σου με το καλό σου άρωμα.
Χωρίς να κωλισυεργήσεις περισσότερο, άρπαξες τα κλειδιά του τογιότα σου απ’ το κομοδίνο, φόρεσες το καφέ κοτλέ σου σακάκι και κατευθύνθηκες προς την πλησιέστερη κάβα με ποτά.
Διάλεξες ένα καλόγουστο καλάθι με μπουκάλια από ουίσκι και ξαναμπήκες στο αυτοκίνητό σου. 
Πάρκαρες δυο στενά πιο πάνω απ’ την πολυκατοικία του Φώτη. Με ανοιχτό βήμα, βρέθηκες σύντομα στην είσοδο. Το κουδούνι του ήταν ψηλά ψηλά. Το πίεσες και σε τύφλωσε το κίτρινο φως της κάμερας. Ακούστηκε η φωνή του εορταζόμενου που πάντα σε περιέπαιζε καλοπροαίρετα. Έσπρωξες τη βαριά πόρτα ασφαλείας κι αμέσως κάλεσες το ασανσέρ. Άρχισες ν’ ανεβαίνεις προς τον τέταρτο όροφο ενώ στο μεταξύ περιεργαζόσουν στον καθρέφτη το σημαδάκι στο μάγουλό σου. Είχε γίνει σκούρο, σχεδόν είχε ξεραθεί. Ο ανελκυστήρας σταμάτησε στον όροφο που είχες επιλέξει. Βγήκες ελαφρώς αγχωμένος, δεν μπορούσες να προσδιορίσεις ακριβώς το γιατί. Αφού ένιωθες δυνατός, είχες πείσει τον εαυτό σου ότι δε σε ένοιαζε. Εξάλλου είχε μεσολαβήσει και χρονικό διάστημα ενός χρόνου. Η απόφαση ήταν δική σου αποκλειστικά. Ασφυκτιούσες σε μια συγκατοίκηση που δεν είχε καμιά προοπτική εξέλιξης. Όλα έσβησαν ήρεμα, δε χρειάστηκαν φωνές. Μια μέρα έφυγες απλά αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι του καθιστικού και λίγο καιρό αργότερα ήρθες και μάζεψες τα πράγματά σου. Προτίμησες το δρόμο αυτό παρά ένα γάμο, δύο παιδιά κι ένα διαζύγιο. 
Στάθηκες ίσιος μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος. Σε καλωσόρισε η ευγενική οικοδέσποινα με το λαμπερό της χαμόγελο. Σ’ ευχαρίστησε για το δώρο σου και κατόπιν σου δειξε γλυκά πού να καθίσεις. Η ματιά σου πλανήθηκε στο χώρο. Δεν ήταν εκεί. Έβγαλες το πακέτο με τα τσιγάρα κι άναψες ένα μέχρι να σου φέρουν κάτι να πιεις. Αμέσως κατέφθασε ο Φώτης. Τον φίλησες σταυρωτά και εκφράστηκες με τυπικές λέξεις αλλά με ουσιαστικό συναίσθημα. Στα δεξιά σου ο μπουφές σου χε σπάσει τη μύτη αλλά σ’αυτόν θα περνούσες σε λιγάκι, αφού έπινες τη βότκα σου κι αφού έδινε το έναυσμα η κυρία του σπιτιού. Οι χαιρετούρες έδιναν κι έπαιρναν, το απαιτούσε άλλωστε κι η βραδιά. Κάπνιζες μανιωδώς σα να μην απολάμβανες τη γιορτή, σαν κάτι να σε ενοχλούσε. Ο καπνός φιλτραριζόταν στα πνευμόνια σου, τα έκαιγε και έβρισκε διέξοδο από τα ρουθούνια σου. Είχες χαμηλώσει το βλέμμα, κοίταγες το εμπριμέ χαλί που ζέσταινε το χώρο. Σε μια στιγμή ήρθε και θρονιάστηκε δίπλα σου ο πειρασμός, ο σατανάς ο ίδιος μαυροφορεμένος. Εντυπωσιακή, αδύνατη και ψηλή με λίγο αγριεμένα έντονα ζυγωματικά, με φόρεμα ντεκολτέ, μίνι, με μαύρο μους καλσόν και γοβάκια επίσης μαύρα γυαλιστερά. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα κότσο, οι βλεφαρίδες της φορτωμένες από πηχτή μάσκαρα, ενώ τα χείλη της βαμμένα με κόκκινο βαθύ κραγιόν. Σε καλησπέρισε με προκλητικό χαμόγελο και ζήτησε τη φωτιά σου. Δεν την είχες ξαναδεί, ήταν φίλη της γυναίκας του Φώτη. Σε ρώτησε το όνομά σου, τη σχέση σου με τον εορταζόμενο και σου ξαναγέμισε το κρυστάλλινο ποτήρι με βότκα. Δέχτηκες πρόθυμα το οινόπνευμα από τα χέρια της και άκουσες με ενδιαφέρον το βιογραφικό της. Η βραδιά εξελισσόταν ευχάριστα. Είχες καλή συντροφιά, ανάκτησες το κέφι σου, διασκέδαζες με την αμαρτία την προσωποποιημένη. 
Σε κάποια φάση χτύπησε το κουδούνι. Κοινός τόπος: όσοι επιθυμούν να κάνουν εντύπωση έρχονται στο τέλος. Έριξες τη ματιά σου στην είσοδο. Ήταν εκείνη. Την είδες να εισέρχεται χαμογελαστή και όπως πάντα κοκέττα. Δε σηκώθηκες απ’ τη θέση σου, παρέμεινες σταθερός όπως και στις απόψεις σου. Έσφιγγε τα χέρια κι άλλοτε λέρωνε τα μάγουλα των καλεσμένων. Έκανες πως δεν την κοίταζες. Κι όμως η ψυχή σου έβραζε. Γιατί ήρθες στη γιορτή εφόσον γνώριζες ότι θα την τράκαρες; Μπα! Καλά έκανες και ήρθες!!! Ήσουν πολύ εγωιστής ώστε να αρνηθείς το φίλο σου για το χατήρι της. Πλησίασε και προς τη μεριά σου. Σου δωσε την παλάμη της ψυχρά κι έκατσε απέναντι. Σε ανακούφισε το γεγονός ότι δε συνοδευόταν από κάποιον. Τουλάχιστον ήταν μόνη. Αυτό ήταν όμως που ήθελες για εκείνη; Τη μοναξιά; Όχι δεν ήσουν δα και τόσο μικρόψυχος. Και τι ήθελες εν τέλει; Να στε μαζί; Ούτε αυτό! Αν το ήθελες δε θα χες φύγει. Θα χες μείνει. Ίσως και να χες παντρευτεί. Λοιπόν; Ήξερες τι ήθελες; 
Ο πειρασμός σου ζήτησε να βγείτε στο μπαλκόνι. Είχε σκάσει από τη δυνατή θέρμανση. Ποιος νοιαζόταν πλέον για τα λαχταριστά εδέσματα; Σε πήρε απ’ το χέρι σαν παιδί. Σκοπός της ήταν να σε απομονώσει, μάλλον να απομονωθείτε μαζί. Δεν της έφερες αντίρρηση. Σου μιλούσε ακατάπαυστα, σε πολιορκούσε στενά. Το άρωμά της μεθυστικό, τα τεράστια πράσινα μάτια της σε ζάλιζαν και σε αναστάτωναν. Άρχισες να γελάς, δεν ένιωθες το κρύο στο μπαλκόνι. Σε ανέκρινε. Τι θα έκανες μετά, πού θα συνέχιζες. Δεν είχες κανονίσει κάτι συγκεκριμένο. Γενικά σου άρεσε το ‘’ό,τι προκύψει’’, η τελευταία στιγμή. Σου πρότεινε ωμά να πάτε σπίτι της. Σοκαρίστηκες, παρότι το κανες συχνά τελευταία. Τη ρώτησες τι έψαχνε από σένα. ‘’Πάντως όχι να σε παντρευτώ’’, σου δήλωσε κυνικά. Δεν μπορούσες να την αποφύγεις. Είχες θολώσει. Ένιωθες τα ένστικτά σου να σε φουντώνουν, αδύνατο να αντισταθείς. Το παντελόνι σου προέδιδε πόσο είχες ερεθιστεί. Ήταν καλή ευκαιρία για σένα. Καλή ευκαιρία γιατί άραγε; Για την εκτόνωση της σάρκας; Για την πρόσκαιρη απόλαυση; Για την ικανοποίηση των ζωωδών αυτών ενστίκτων; Ή μήπως για την εκδίκηση απέναντι στο πρόσωπό της; Τι σου χε κάνει και άξιζε εκδίκηση; Σου χε φάει πέντε από τα καλύτερά σου χρόνια; Σε είχε αφήσει να πιστεύεις ότι είναι η μάνα των παιδιών σου στο άμεσο μέλλον; Σε παραμελούσε δουλεύοντας αχόρταγα αριστερά και δεξιά και μη βρίσκοντας χρόνο για εσάς ούτε καν την Κυριακή...; 
Μπήκατε μέσα για να πάρει η κούκλα το παλτό της. Ευχαριστήσατε θερμά το ζευγάρι και καληνυχτίσατε τους παρευρισκομένους. Η συμπεριφορά σου δεν ήταν ό,τι κομψότερο για τον εορτάζοντα αλλά δεκάρα δεν έδινες. Ούτε που είδες τι έκανε η πρώην συμβία σου. Είχες περάσει σε μια εκστασιακή κατάσταση. Ορμήσατε λυσσασμένα στο αμάξι σου και γκάζωσες φουριόζος για το σπίτι της. Ευτυχώς δεν ήταν μακριά. Σου ψέλλισε να σταματήσεις όπου μπορούσες δεξιά. Πάτησες απότομα φρένο ενώ τ’ αριστερό σου πόδι βυθίστηκε στο συμπλέκτη. Τράβηξες χειρόφρενο, κλείδωσες και κατεβήκατε. Το λεπτό της χέρι γύρεψε τα κλειδιά του σπιτιού της μέσα στο μαύρο δερμάτινο τσαντάκι της. Γελούσατε κι οι δύο ενώ τη φιλούσες πότε στο στόμα και πότε στο μάγουλο, ενίοτε τη δάγκωνες και την κολάκευες με κλασικές ξεπερασμένες φιλοφρονήσεις. Για πότε μπουκάρατε στην κρεβατοκάμαρά της ούτε που το αντιλήφθηκες. Σε χρόνο ρεκόρ σε είχε γυμνώσει ενώ άρχιζε να κάνει κι αυτή το ίδιο με τα δικά της ρούχα. Είχες ξετρελαθεί. Αισθανόσουν πολύ ευτυχής που χες ψαρέψει τέτοια γυναίκα. Και μάλιστα είχε εκείνη προσφερθεί πρώτη οικειοθελώς. Ω, ναι. Εσύ δεν έφερες ευθύνη. Απλά δεν αντέδρασες. Άρχισες να της κάνεις έρωτα βίαια και συνάμα αισθησιακά. Δε σε ένοιαζε καθόλου αυτό που ονομάζουμε ‘’ψυχική επαφή’’. Δε σ’ ενδιέφερε που δεν ήξερες σχεδόν τίποτα για το άτομο αυτό. Σ’ άρεσε που ζούσες έτσι. Δεν ήταν η πρώτη φορά μετά το χωρισμό σου που διάλεγες να περπατήσεις πάνω σ’ αυτό το δρόμο: το δρόμο της αυτοταπείνωσης. Το δρόμο της φτήνιας και της αναξιοπρέπειας. Της βραχύβιας απόλαυσης. Τι κι αν την άλλη μέρα ένιωθες ένα πελώριο κενό! Πιο μόνος από ποτέ. Θεωρούσες ότι έκανες το σωστό, ότι ζούσες για το τώρα, για το σήμερα κι έτσι έπρεπε. Είχες κουραστεί να μελαγχολείς, να αναπολείς το παρελθόν. Αδιαφορούσες που σε μάλωναν λέγοντάς σου ότι γίνεσαι αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης της καθεμιάς. Εσύ το έπαιρνες πάνω σου, περηφανευόσουν και έτρεμες μήπως ένα όχι σου χαρακτηριστεί ως ηλιθιότητα απ’ τη μεριά σου. Ίσως μ’αυτό τον τρόπο θιγόταν ο ανδρισμός σου και μειωνόταν η φήμη σου στην πιάτσα. Είχες συμπληρώσει τα τριαντατέσσερα αλλά καρφί δε σου καιγόταν. Αυτή είναι η κατάλληλη ηλικία για να χαρείς. Ούτε μικρός να ντρέπεσαι και να ψάχνεσαι αλλά ούτε και μεγάλος να μην αντέχεις και να μην είσαι αρκετά επιθυμητός κι αποδοτικός.
Το κρεβάτι ήταν πια σκέτη κόλαση. Είχες ιδρώσει και σταγόνες απ’ το στήθος σου έσταζαν πάνω στη μελαχρινή καλλονή. Έκλεινες τα μάτια σου κι η ηδονή διαπερνούσε όλο σου το κορμί. Δεν ήθελες να τελειώσει, η κοπέλα ήταν άψογη. Μεγάλη τύχη πραγματικά. 
Οι σούστες έτριζαν, σίγουρα σας άκουγαν στο διπλανό διαμέρισμα. Αδύνατο να κρατηθείς κι άλλο. Οι αναστεναγμοί της επιβεβαίωναν το τι σπουδαίο αρσενικό είσαι. Η αποκορύφωση πλησίαζε. Λίγο ακόμα και θα ηρεμούσες. Η κοπέλα δεν αναστέναζε μόνο αλλά έσκουζε και τσίριζε. Είχε μπήξει τα νύχια της μέσα στα χέρια σου. Η ταχύτητά σου αυξήθηκε. 
Τραβήχτηκες απότομα και ξέσπασες επάνω της. Την είχες ξεθεώσει. Ήσασταν ο ένας αντάξιος του άλλου. Έγειρες δίπλα της λαχανιασμένος κι άναψες τσιγάρο. Απέφευγες να την κοιτάξεις. Φύσαγες τον καπνό και προσπαθούσες να ξεκουραστείς. Σε πέντε λεπτά είχες ήδη σηκωθεί. Δε φοβόσουν να οδηγήσεις. Όφειλες να γυρίσεις σπίτι. Η επομένη ήταν εργάσιμη. Κούμπωσες το πουκάμισό σου, ανέβασες το φερμουάρ του παντελονιού σου, καληνύχτισες την όμορφη γυναίκα κι έκλεισες την πόρτα χωρίς περισσότερες περιστροφές. 
Ολόκληρο το κείμενο εδώ!

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΜΙΚΡΟΣ

Ζωντανό παιδί όσο κανένα άλλο στην ηλικία του, μ' ένα χαμόγελο, θα' λεγε κανείς καρφωμένο, στο φωτεινό και πεντακάθαρο πρόσωπό του. Μάτια προσκλητήριο στο άγνωστο. Είσοδος στον απόρθητο κόσμο του. Δεν έχουν άδικο όσοι λένε πως απ'τα μάτια και μόνο μπορείς να καταλάβεις τον άλλον. Αυτά μιλούσαν από πάντα, κανείς όμως δε μπήκε στον κόπο να διαβάσει τι λένε. Ούτε οι ίδιοι οι γονείς του. Οι πιο δικοί του άνθρωποι. Η μάνα του και ο πατέρας του. Στα 17 του, τον κλείδωσαν απ' έξω γιατί δε γύρισε την ώρα που του είχαν πει. Κι αυτός το πήρε κατάκαρδα. Ήταν και εγωίσταρος πανάθεμά τον, δεν ξαναπήγε σπίτι του για πολύ καιρό. Όσο για σπίτια, οι καλοθελητές πολλοί, ανάθεμά τους κι αυτούς. Ο μικρός όμως ξαναγύρισε. Τους αγαπούσε πολύ τους γονείς τους, αλλά ήταν και ατίθασο παιδί. Προσπάθησε να πάει με τα νερά τους και για κάμποσο καιρό τα κατάφερε. Αλλά τώρα ήταν άλλο το θέμα. Ήταν 19 χρονών και έπρεπε να πάει για δουλειά. Η μουρμούρα καθημερινή, δεν την άντεξε και ξανά τα ίδια. Ήταν πολύ εγωιστής ο μικρός. Δε σήκωνε κουβέντα πια.ήταν άντρας. Δε μπορούσαν να του μιλούν όπως να' ναι, ακόμα και οι ίδιοι οι γονείς του.
Τους σεβόταν τους γονείς του ο μικρός, γι' αυτό και έφυγε από το σπίτι. Ήταν και ομορφόπαιδο, βρέθηκε η Σόνια απ' το Μεταξουργείο και τον σπίτωσε. Καλοπέρναγε, όλα τα' χε, αλλά δεν ήταν του τύπου του να τον ταΐζουν και να τον ποτίζουν. Την παράτησε και πήγε να μείνει στον Μάικ στο Κορωπί. Καλό παιδί ο Μάικ. Οι γονείς του ήταν ζάμπλουτοι και του είχαν φτιάξει μια σχολή εκπαίδευσης σκύλων. Και ο μικρός, που ήταν σκύλος κι αυτός, πήγε να ζήσει εκεί. Και εκπαιδεύτηκε, και εκπαίδευσε. Πάλι καλά που βρέθηκε κι αυτό το παιδί ο Μάικ και τον μάζεψε. Πολύ καλό παιδί ο Μάικ, όλα τα μοιραζόταν με τον μικρό. Σπίτι, δουλειά και γυναίκες. Ακόμα και τα ναρκωτικά του μισά-μισά. Τέτοια ψυχή. Ποτέ δεν τον άφησε έτσι. Όλα στη μέση. Αλλά ο μικρός άρχισε πάλι να νιώθει άσχημα και, αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του, έφυγε.
Τόσο καιρό σκεφτόταν τους δικούς του και είπε να ξαναγυρίσει. Μπορεί τώρα να ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και αυτοί όμως πρέπει να τον αγαπούσαν γιατί του επέτρεψαν να κοιμάται εκεί. Να' ναι καλά ανάθεμά τους. Ένα πρωί, καταραμένο πρωινό, ήρθε ο κλητήρας. Σωστό τέρας όπως τον είδε μέσα από το ματάκι. Καραφλός και μακρομούρης. Άσχημα μαντάτα τους έφερε ο κακορίζικος. Λιποτάκτης κηρύχτηκε ο μικρός. Δεν είχε πάει φαντάρος. Πάνω που πήγαιναν όλα καλά, μέχρι και τάβλι έπαιζε μαζί του ο πατέρας του. Γιατί κατά βάθος τον αγαπούσαν. Άρχισε άλλη μανούρα για τον στρατό. Ο μικρός δεν ήθελε να πάει. Ο πατέρας του όμως είχε πολεμήσει στην Κύπρο, κι ο μικρός λιποτάκτης;
Κουβέντα στην κουβέντα, ήταν κι αυτός ο εγωισμός του, ξανάφυγε. Δύσκολα όμως τώρα τα πράγματα, η Σόνια είχε σπιτώσει άλλο πιτσιρίκο, ο Μάικ ...; Α, ο Μάικ δεν είχε κανέναν να μοιραστεί τα ναρκωτικά του και πέθανε γιατί τα πήρε όλα μόνος του. Δεν πήγε στράφι η εκπαίδευση. Πίτμπουλ ο μικρός. Βγήκε στο δρόμο, ήταν και ζωηρό παιδί ο μικρός, τον μπλέξανε, κακό χρόνο να' χουν, σε μια ληστεία. Όχι τίποτα σοβαρό, τσιλιαδόρο τον είχαν, δυο χρόνια κάθησε μέσα. Καλά πέρασε μέσα, έκανε φίλους, γιατί ήταν αγαπητός ο μικρός, εκεί διάβαζε και κάνα βιβλίο. Δεν περνάγανε οι ώρες. Του άρεσαν τα ανεξήγητα και τα μυστήρια. Έμαθε για τα παράλληλα σύμπαντα. Η πιο βολική θεωρία που είχε ακούσει. Υπάρχουν κι άλλα σύμπαντα ταυτόχρονα μ'αυτό, το δικό μας, και όλοι οι συνδυασμοί είναι πιθανοί. Σε κάποιο από τα σύμπαντα, σκέφτηκε, θα είναι και το δικό μου, το μοναδικό μου. Και πώς θα ζούσε αυτόν τον παράδεισο; Κάποιος ισοβίτης που είχε βιάσει και σκοτώσει την κόρη του, του είχε πει πως στον ύπνο μπορείς να μεταφερθείς σ' αυτούς τους κόσμους. Αυτά είναι τα όνειρα. Άλλοι κόσμοι, παράλληλοι μ' αυτόν τον διαολεμένο που ζούμε. Φτιαγμένοι στα μέτρα σου. Και το δοκίμασε κι έπιασε. Και κάθε βράδυ, σιγά σιγά το έφτιαχνε το σύμπαν του. Εκεί δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του. Η Σόνια ήταν συμμαθήτριά του στη σχολή και ο Μάικ ξάδερφός του στο χωριό. Ακόμα κι αυτός, ο τρισκατάρατος ο κρατούμενος, ήταν καθηγητής του στο πανεπιστήμιο. Ήθελε να μείνει μόνο εκεί, και ήταν πεισματάρης ο μικρός, και το' κανε. Στις ορέξεις του νοτιά που φυσούσε εκείνο το πρωινό. Ήταν άσχημος ο μικρός έτσι μελανιασμένος, με τα μάτια ανοιχτά. Τους στεναχώρησε πολύ τους γονείς του γιατί τον αγαπούσαν. Αλλά αυτός τους αγαπούσε περισσότερο. Γι' αυτό και κρεμάστηκε απ' το μπαλκόνι τους.
Δημητρης Χριστοδουλου
Ολόκληρο το κείμενο εδώ!